4 Μήνες πέρασαν απο το προηγούμενο μου
ποστ, μήνες στους οποίους αν σας έλεγα οτι ήμουν πολύ απασχολημένος για να
γράψω θα σας έλεγα ψέματα. Ίσως όχι ακριβώς ψέματα, γιατί όντως κάθε φορά που
σκεφτόμουν να πιάσω να γράψω πέντε γραμμές έβρισκα οτι προτιμούσα να κάνω κάτι
άλλο, συνήθως να δω κάποια ταίνια,καμια σειρά HBO φάση (που ακόμα σε πολλές είμαι πίσω), να παραγγείλω να
φάω ή να καπνίσω, να βαρέσω καμια μαλακία η να καπνίσω κανέναν μπάφο.
Δυστυχώς τελευταία δεν έχω τόσο χόρτο
όσο παλιά. Οι περισσότεροι γνωστοί μου έτσι κι αλλιώς την έχουν κάνει απο τη
Θεσσαλονίκη αν όχι την Ελλάδα, ασε που και εδώ να ήταν δεν είμαι σίγουρος οτι
θα τους έβλεπα και πολύ. Δεν είμαι ο ίδιος όπως παλιά, νιώθω οτι έχω αλλάξει,
και ψυχολογικά και σωματικά, και δε θα ένιωθα πολύ άνετα με τέτοιες ανθρώπινες real life επαφές.
Ευτυχώς όμως στο συγκεκριμένο θέμα η
τεχνολογία, σε συνδυασμό με την πίεση της ανάγκης και τον εθισμό στη μαριχουάνα
(ναι, υπάρχει!), μας δίνει κι άλλες διεξόδους και μας λύνει τα χέρια. Έυτυχώς,
παρόλο που στις λαιβ επαφές δε τα πάω και τόσο καλά, στις online δεν έχω θέματα. Και εδώ
μπαίνει στο κόλπο ο (ας τον πούμε)
Πολύκαρπος, ένας τύπος είναι που μπήκαμε μαζί στη σχολή, κι αυτός αιώνιος
φοιτητής τότε. Τότε δεν έπινα συχνά χόρτο, αλλα όταν έπινα φρόντιζα να πίνω
μαζί του. Οι λόγοι ήταν δυο :
1. Ανήκε κι αυτός όπως κι εγώ στην όχι
και τόσο σπάνια συνομοταξία αιώνιων φοιτητών που είχε ξεχάσει τι πάει να πει
βιολογικό ρολόι, και ποιές ώρες ξυπνάνε και ποιές κοιμούνται οι φυσιολογικοί
άνθρωποι, αν αυτό σημαίνει κάτι πλέον. Έτσι, άπειρες φορές, εγώ και ο Πολύκαρπος τηλεφωνιόμασταν
4 και 5 η ώρα το πρωί και κανονίζαμε έξοδο σε παγκάκι άνω πόλη η παραλία με
ρετσίνες απο today και προιόντα
της (αλβανικής συνήθως) μανας γής.
2. Μου το κερνούσε.
Ο Πολύκαρπος όμως, αντιθέτως με μένα,
έκανε μια μεγάλη μαγκιά : Κάποια στιγμή πήρε πτυχίο. Ώς έναν βαθμό ήταν functioning stoner, αντιθέτως με μένα που ούτε stoner ιδιαιτέρως ήμουν (γιατί
δεν έβρισκα) και σίγουρα ούτε functional. Έτσι, τα
πρωινά μετά τις νύχτες που βρισκόμασταν και τα πίναμε η πίναμε γενικώς, μετά
την καληνύχτα/καλημέρα και ενώ εγώ χτυπούσα μπουγάτσα και μίλκο και πήγαινα
σπίτι να ξεραθώ στον ύπνο ή να δω Παπαδάκη, ο Πολύκαρπος έστριβε το τελευταίο,
έπαιρνε το 52 και έσκαγε (κυριολεκτικά και μεταφορικά) στα πρωινά εργαστήρια. Συνήθως
ήταν κομμάτια και δε καταλάβαινε πολλά, αλλα έβρισκε τα φιλαράκια του,
κολλούσανε και κανένα στο διάλλειμα, γενικά γινόταν τζέρτζελο. Έτσι κι αλλιώς
το μόνο που απαιτείται είναι η φυσική παρουσία και ένα στυλό για την υπογραφή
στο παρουσιολόγιο. Και με τον απαραιτητο πανικό τις 2 εβδομάδες της εξεταστικής
τα κατάφερνε και περνούσε έναν αξιοπρεπή αριθμό μαθημάτων
Έτσι κατάφερε να πάρει πτυχίο και μάλιστα στα
7 χρόνια, το 2010, πριν αρχίζουν να γαμιούνται τελειως τα πάντα. Αλλα απο την
επόμενη μέρα συνειδητοποίησε οτι δε το είχε καλοσκεφτεί και ίσως να έκανε
μαλακία που το πήρε τόσο νωρίς. Γιατί οκ, μέχρι να πάρεις πτυχίο κουτσά στραβά τρως
απο τα έτοιμα που σου στέλνουν οι γονείς, και αν δεν είναι φραγκάτοι απλά
βολεύεσαι και με λιγότερα. Τωρα αν δεν έχουν να δώσουν τίποτα υπάρχει θέμα,
αλλα επι του παρόντος δεν ασχολούμαστε με τις περιπτώσεις αυτές. Αν τώρα αργείς
πολύ και γκρινιάξουν και λίγο παραπάνω τους πετάς καμια δικαιολογία του στυλ ‘ο
μαλάκας ο καθηγητής’ και ‘η γραμματεία η πουτάνα’ και μέχρι ένα σημείο
ξελασπώνεις, και άσε που 9 στις 10 φορές όντως φταίνε αυτοί. Αλλα γενικά είσαι
άπλας μέχρι ενα σημείο. Γιατί μπορεί το κυνήγι του πτυχίου να είναι ψυχοφθόρο
και πολλές φορές ακόμα και θέμα κωλοφαρδίας, η δικαιολογία ‘τώρα πρέπει να
αφοσιωθώ στο πτυχίο μου και μετά βλέπουμε για όλα τα υπόλοιπα’ απλά γαμάει.
Είναι γιουνιβέρσαλ, πάει με όλα και μπορεί να σκάσει σαν πειστικότατο
αντεπιχείρημα σε οποιονδήποτε πάει να σου ταράξει τα ήσυχα και χαλαρά νερά της
φοιτητικής ζωής. Και κακά τα ψέματα, για όσο διαρκεί, η φοιτητική ζωή είναι
ζωάρα.
Δυστυχώς όμως όλα τα ωραία κάποτε
τελειώνουν. Θα ήταν ιδανικό να μπορούσαμε να μείνουμε φοιτητές για πάντα, όμως
για κάθε φοιτητή έρχεται κάποια στιγμή η ώρα που συμβαίνουν ένα απο τα εξής δυο
πράγματα : Πρώτη περίπτωση είναι κάποιος θα σε πείσει οτι είναι του συμφέροντός
σου να ζοριστείς λίγο παραπάνω για να το πάρεις επιτέλους το γαμημένο, η απλά
βλέποντας φίλους σου να παίρνουν πτυχίο να βρίσκουν δουλειά (πριν την κριση
αυτα), να παντρεύονται και να κάνουν παιδιά -στις γυναίκες παίζει και μητρικό
φίλτρο απο μια ηλικία-, γενικά να ταχτοποιούνται, να αρχίζεις να πείθεις τον
εαυτό σου οτι αυτοί είναι πιο μάγκες και πιο πετυχημένοι απο σένα και να
πιέζεις απο μόνος σου τον εαυτό σου. Μέγα λάθος. Η δεύτερη περίπτωση είναι και
η πιο legit, να απειλείσουν
να σταματήσουν να στέλνουν χρήμα είτε γιατί δεν έχουν είτε γιατί έχουν
βαρεθεί να σε ταίζουν. Αν ξέρεις οτι η απειλή είναι πραγματοποιήσιμη δεν έχεις
πολλές επιλογές, απλά δέχεσαι οτι η ανέμελη ζωή έφτασε στο τέλος της και βρίσκεις
κάτι που θα σε βοηθήσει να ζεις σχετικά ανεξάρτητα ή στρώνεσαι να πάρεις το
πτυχίο όσο πιο γρήγορά γίνεται για να μη χρειαστεί να κάνεις το πρώτο.
Ας πούμε λοιπόν οτι μετά απο ζόρια,
ταλαιπωρίες και τρεξίματα, στο τέλος το παίρνεις το γαμημένο. Μετά τι; Αν είσαι
κωλόφαρδος ξεκινάς με τη μια δουλεύεις, φυσικά σε θέση χωρις εμπειρία που
σημαίνει οτι παίρνεις ίσα ίσα για να ζήσεις κι αυτά με το ζόρι, ή αν δεν είσαι
κωλόφαρδος, βύσμα, δε σπουδάζεις πληροφορική η πήρες πτυχίο μετά το 2010, απλά
γυρνάς στην πόλη σου, γράφεσαι στον ΟΑΕΔ, το παίζεις επαγγελματίας άνεργος και
πίνεις κάθε μέρα φραπέ με τους παλιούς φίλους σου που μέχρι τώρα τους σνόμπαρες
γιατί δεν έφυγαν ποτέ να σπουδάσουν έξω απο την πόλη τους και έχουν πλέον καεί
τα μυαλά τους απο την επαρχιωτίλα.
Ουδέν κακό αμιγές καλού όμως. Μπορεί
μετά την κρίση να είναι δύσκολο να βρεθεί διέξοδος στα επαγγελματικά ή τα
οικονομικά προβλήματα του καθενός, αλλα τουλάχιστον μας παρείχε απλόχερα ηθικές
διεξόδους. Οπότε είτε δε βρίσκεις δουλειά είτε δε γουστάρεις να δουλέψεις,
εύκολα μπορεί να γίνει η μετάβαση απο αιώνιος φοιτητης σε
αγανακτησμένο/επαναστάτη/χρυσαυγίτη άνεργο και να βρίζει το σύστημα που δε σου
βρίσκει δουλειά. Και το καλό όταν είναι άνεργος είναι οτι έχεις απεριόριστο
χρόνο για πολιτική δράση. Το ίδιο ισχύει και για τους καμένους παλιούς φίλους
σου, οπότε είναι εύκολο να δικτυωθείς και να γίνεις κι εσύ ενεργός πολίτης. Έτσι πετάς τη μπάλα στην εξέδρα,
δικαιολογείσαι και στους γονείς και στον εαυτό σου και μπορείς να μείνεις
άνεργος για πάντα με ένα μικρό χαρτζηλίκι, ή τέλως πάντων μέχρι να τελειώσουν
τα λεφτά των άλλων η να χωθείς σε κανένα επιδοτούμενο πρόγραμμα για μούφα
δουλειά part time. Έτσι κι αλλιώς σπίτι φαι δε
πληρώνεις, αμάξι έχεις του μπαμπά, οπότε όσα λίγα και να παίρνεις κουτσά στραβά
καλύπτεσαι, τουλάχιστον μέχρι να συνειδητοποιήσεις οτι είσαι 30 και ακόμα ζεις
με γονείς, δεν έχεις ούτε χρήμα ούτε όρεξη ούτε επαγγελματική εμπειρία για να
ανεξαρτητοποιηθείς ή ακόμα και να μετακομίσεις, και απλά περιμένεις να πεθάνουν
για να κληρονομήσεις και να περάσεις κι εσύ όλη σου τη ζωη στο σπίτι που γεννήθηκες,
όπως έκαναν οι παπούδες και οι προπαπούδες σου. Κι αυτό είναι το καλό
ενδεχόμενο.
Σε καμια περίπτωση δε θα χαρακτήριζα
τον εαυτό μου ‘προκομμενο’ ή ‘εργατικό’ ή ‘φιλόδοξο’ αλλα αυτό το μέλλον δε θα
το ευχόμουνα σε κανέναν. Ο Πολύκαρπος το απέφυγε, εγώ φοβάμαι οτι υπάρχει
σοβαρή πιθανότητα να μη το γλυτώσω, για πολλούς λόγους τους οποίους θα εξηγήσω
αργότερα. Αλλα μη προτρέχουμε, τώρα μιλάμε για τον Πολύκαρπο, ας επιστρεψουμε σ
αυτον.
Όταν λοιπόν έφτασε η ώρα που είπε
στους γονείς οτι επιτέλους πήρε το πτυχίο, και αφού τους ανέλυσε τη σημασία της
έννοιας ‘κάλλιο αργά παρά ποτέ’, κατάλαβε οτι μόνος του έβαλε τον εαυτό του σε
ένα σοβαρότατο δίλλημα με τις επιλογές:
1)
Να ψάξει για δουλειά στον τομέα του. Ευτυχώς
η δυστυχώς ο τομέας της πληροφορικής ακόμα είχε δουλειές και ήξερε οτι με λίγο
ψάξιμο ήταν ψιλοσίγουρο οτι θα έβρισκε κάτι, ακόμα και με τις δικές μας
κουτσουρεμένες γνώσεις.
2)
Να γυρίσει στην πόλη του –όνομα δε λέμε- και
να κάνει όσα αναφέραμε πάνω. Οι δικοί του ήταν σχετικά φραγκάτοι και ήξερε οτι
θα τον χαρτζηλίκωναν, οπότε θα είχε εγγυημένα τουλάχιστον έναν καφέ τη μέρα, βενζίνες
για το αμάξι, τσιγάρα και λοιπά αναλώσιμα. Το κακό ήταν οτι δε γούσταρε και
πολύ ούτε την πόλη ούτε τον κόσμο εκεί, και πιο σημαντικότερα, δε μπορούσε να
βρεί χόρτο καθώς μετά απο 8 χρόνια φοιτητικής ζωής στη Θεσσαλονίκη είχε χάσει
τελείως τα κοννέ του στην πόλη του.
Όταν είχε ξεκινήσει να δικτυώνεται για
να βρει χόρτο, πριν τα 18 του, δεν υπήρχαν κοινωνικά μέσα ούτε msn, κινητά δεν
είχαν όλοι και όσοι είχαν και έκαναν ντήλιες πρόσεχαν και χρησιμοποιούσαν
καρτοκινητά. Ήταν ακόμα η εποχή που μπορούσες να πας στο περίπτερο και να
πάρεις καινούργιο νούμερο καρτοκινητού φορτισμένο με μονάδες για 5ε . Αυτό
σήμαινε τηλέφωνα μιας χρήσεως οπότε και μεγαλύτερη ασφάλεια στις ντήλιες. Επίσης
όμως σήμαινε οτι όταν ο Πολύκαρπος προσπάθησε να τους ξαναβρεί μετά το πτυχίο,
όλα τα νούμερα ήταν απο χρόνια απενεργοποιημένα. Στα 8 χρόνια που έλειπε δεν είχε χρειάστηκε
ποτέ να πάρει χόρτο απο κεί. Ήταν πολύ καλά καβαντζωμένος στη Θεσσαλονίκη. Τα
λίγα καλοκαίρια που γυρνούσε στην πόλη του φρόντιζε να φέρει ποσότητα απο
Θεσσαλονίκη και συνήθως όχι μόνο δεν έψαχνε αλλα έσπρωχνε και λίγο και έβγαζε
και το χαρζιλίκι του για το καλοκαίρι. Τώρα όμως τα πράγματα ήταν διαφορετικά.
Η πόλη ήταν διαφορετική απο οτι θυμόταν, και απο τους δυνατούς χασικλήδες
πολλοί είχαν φύγει, κάποιοι σοβάρεψαν και κάποιοι άλλοι το έριξαν στα σκληρά και
σε μικρή επαρχιακή πόλη δε λέει να νταραβερίζεσαι με όσους το ρίχνουν στα
σκληρά. Εκτός φυσικά αν το έχεις ρίξει κι εσύ στα σκληρά οπότε δε μπορείς να
είσαι και πολύ επιλεκτικός.
Το δίλλημα λοιπόν που είχε ο Πολύκαρπος
δεν είχε εύκολη απάντηση. Καμία απο τις δυο επιλογές δε φαινόταν καλή. Και οι
δυο υποδήλωναν μια μεγάλη αλλαγή στη ζωή του, και δεν ήταν σε φάση που ήθελε να
αλλάξει τίποτα. Έτσι, καμια βδομάδα μετά την ορκομωσία και ενώ έπινε τους
τελευταιους μπαφους του και πακέταρε πράγματα για να ξενοικιάσει το σπίτι τέλος
του μήνα, του έσκασε η φλασιά που θα του έσωζε την ψυχική υγεία, και μάλιστα
απο κει που δε το περίμενε. Αλλα ας τα πάρουμε με τη σειρά.
Ο Πολύκαρπος γούσταρε πολύ τις
Ελληνικές ταινίες. Δε μιλάμε για σπιρτόκουτο, όλα είναι δρόμος, κυνόδοντα και
τέτοιες μοντέρνες ηλιθιότητες. Μιλάμε για ταινίες εποχές φίνος φίλμ απο τα 50s και τα 60s, αντε και
κατι ψιλά απο 70s. Θυμάμαι κάθε φορά που μαζευόμασταν σπίτι
του να πιούμε χόρτο, όχι μόνο μας έβαζε να δούμε Σταυρίδη, Βουτσά, Βέγγο η
ακόμα και Τσάκωνα στο πολύ τσακίρ κέφι, αλλα μας τα έπρηζε κιόλας οτι κυρίως οι
κωμωδίες αυτών των δεκαετιών είναι έργα τέχνης και δεν έχουν τίποτα να ζηλέψουν
απο τις σύγχρονες αμερικάνικες κωμωδίες στυλ American pie, hangover κλπ. Η
απάντησή μας συνήθως ήταν οτι αυτό δεν είναι επιχείρημα γιατί και το American pie και το hangover για τον
πούτσο είναι. Αλλα αυτό δε τον πτοούσε. Τουλάχιστον έβλεπε μόνο κωμωδίες οπότε
λίγο πολύ γινόταν ντζέρτζελο, έστω και αν γελούσαμε με το πόσο κακές είναι η απλά
τον κοροιδεύαμε. Αλλα δε τον χαλούσε το δούλεμα και επέμενε, και επειδή είχε το
καλύτερο χόρτο και την καλύτερη τηλεόραση, συνήθως πίναμε σπίτι του. Έτσι, μέσα
στα 8 χρόνια φοίτησης είχε καταφέρει να κάνει την παρέα του να μαστουρώνει και
να βλέπει Θα σε κάνω βασίλισσα αντί για jackass, και να ψιλογουστάρει
κιόλας. Η αλήθεια είναι οτι κάποιες απο αυτές τις ταινίες ήταν πραγματικά
αστείες, αλλα κανείς δε τολμούσε να του το πεί για να μη χαλάσει το running joke και για να
μη του δώσει θάρρος να τους σπαμάρει ακόμα περισσότερο με διαφορετικές ταινίες,
των οποίων η πλειοψηφία παραμένει να μη βλέπεται.
Τις εκτιμούσε όλες τις ταινίες του
παλιού σινεμα, αλλα ιδιαίτερη θέση στην καρδιά του είχε ο Δημήτρης Ψαθάς.
Θυμάμαι πολλές φορές να είμαστε μαστουρωμένοι και να μου λέει τον ίδιο εγκωμιαστικό
copy-paste μονόλογο (όταν ήταν μαστουρωμένος επαναλαμβανόταν πολύ)
με τον οποίο υποστηριζε οτι ο Ψαθάς ήταν συγγραφική και σεναριακή ιδιοφυία, οτι
αν είχε γεννηθεί στο εξωτερικό θα ήταν διάσημος κωμικός συγγραφέας, και οτι τα
σενάρια και τα θεατρικά του ξεχωρίζουν σαν τη μύγα μες στο γάλα απο τα υπόλοιπα
εκείνης τηε εποχής. Εγώ τέτοια διαφορά δεν είχα δει, αλλα απ την άλλη δεν
έκατσα και να ψάξω ποιες ταινίες είχαν σενάριο δικό του και ποιες όχι.
Μια μέρα λοιπόν του Μαρτίου του 2010,
και ενώ είχε απομείνει καμια βδομάδα για να τελειώσει ο μήνας και να αφήσει το
διαμέρισμα, έτυχε να βρεθούμε να πιούμε χόρτο σπίτι του, και όπως ήταν
αναμενόμενο μου έβαλε να δω ελληνική ταινία. Η ταινία λεγόταν ο Ατσίδας, κωμωδία
με Ντίνο Ηλιόπουλο, Ζωή Λάσκαρη (Στα 17 της!), Βέγγο και διάφορους άλλους
άγνωστους. Υποψιάζομαι οτι την διάλεξε γιατι είναι γυρισμένη στη Θεσσαλονίκη
(το σωτήριο έτος 1961) με πολλά εξωτερικά πλάνα, και λόγω σεναρίου βασισμένου
σε θεατρικό του Ψαθά. Πολύ πιθανό να την είχα ξαναδεί στην τηλεόραση αλλα να την
είχα σβήσει απο τη μνήμη μου γιατί δε θυμόμουν τίποτα, και δε καιγόμουν και να
θυμηθω. φυσικά αυτός την είχε δει τουλάχιστον 700 φορες.
Συνήθως όταν βλέπαμε τέτοιου είδους
ταινίες, μας την έλεγε συνεχώς όταν μιλούσαμε, δε προσέχαμε η γενικά αποσπώταν
η προσοχή μας. Τις έβλεπε με την ιδια σοβαρότητα με την οποία θα έβλεπε κάποιος
Ταρκοφσκι η Μπέργκμαν, και απαιτούσε απόλυτη ησυχία και αφοσίωση. Παρ όλα αυτά εκείνη τη μέρα δεν έδινε και
πολλή σημασία στην ταινία. Άλλα πράγματα τον απασχολούσαν. Την ώρα που έσβηνε
το δεύτερο τσιγάρο είχε αποσπαστεί τελείως η προσοχή μας απο την ταινία –χωρις καν
να πατησουμε pause- και συζητούσαμε για το δίλλημα που έχει και
για το τι θα είναι προτιμότερο, να δεσμευτεί σε μια δουλειά προγραμματιστή, η
οποία μάλλον σημαίνει μετακόμιση Αθήνα η εξωτερικό και δεν είναι καθόλου
συμβατή με το lifestyle του χασικλή, ακόμα
και του functional, ή να γυρίσει στην πόλη του και να ζήσει κάποια καταθλιπτικά
χρόνια χωρίς προοπτικές, χωρίς δουλειά, χωρίς φίλους και πολύ πιθανόν και χωρίς
χόρτο. Δεν ήταν έτοιμος για κανένα απο τα δυο.
Όσο συζητούσαμε συνηδειτοποίησα οτι
ήταν η πρώτη φορά που τον εβλεπα να αγχώνεται για κάτι πραγματικά, και κατάλαβα
οτι δεν ήταν απο τους ανθρώπους που τα πάνε καλά με το άγχος, ειδικά τώρα που
βρέθηκε μπροστά σε μια αδιέξοδη κατάσταση. Ένιωθα άσχημα που έβλεπα έναν
άνθρωπο που πάντα είχε τον τρόπο να βρίσκει λύση να βρίσκεται μπροστά σε ένα
άλυτο πρόβλημα και να πελαγώνει χωρίς να μπορώ να τον βοηθήσω. Και προπαντώς
ένιωθα άσχημα γιατί κάποια στιγμή θα ερχόταν και η σειρά μου και δεν είχα την
παραμικρή ιδέα τι θα κάνω, άσχετα αν η δική μου περίπτωση τελικά θα αποδεικνυόταν
τελείως διαφορετική.
Καμια μισή ώρα όμως στην ταινία, και
ενώ ήμασταν στη μέση μιας κυκλικής συζήτησης που δε κατέληγε πουθενά, ακούστηκε
μια ατάκα απο την ταινία που τα άλλαξε όλα :
‘Γαμπρός ή μακαρίτης;’
Για όσους δε γνωρίζουν, την ατάκα την
πετάει ένας τύπος με ένα πιστόλι, για να εκβιάσει τον Ηλιόπουλο να παντρευτεί
τη γυναίκα που είχε εκθέσει (δηλαδή πηδήξει) και είναι αδερφή του τύπου με το
πιστόλι. Και βλέποντας τον Ηλιόπουλο να ζορίζεται και να ιδρώνει προσπαθόντας
να διαλέξει μεταξύ των δυο κακών, ασυναίσθητα κοίταξα δίπλα μου. Ηταν μια απο
τις νοητικές συνδέσεις που μπορείς να τις κάνεις μόνο μαστουρωμένος :
‘Είχες δίκιο τελικά ρε μαλακα, αυτές
οι ταινίες τελικά είναι διαχρονικές’
‘Τι
εννοείς;’
‘Τι σου θυμίζει αυτή η κατάσταση;
Γαμπρός η μακαρίτης;’
‘Μου θυμίζει τις εποχές του 60 που οι
άνθρωποι ζούσαν με μεσαιωνικά έθιμα και μπορούσες να σκοτωθείς για ένα πήδημα’
‘Εμένα ξέρεις τι μου θυμίζει; Εσένα ρε
μαλακα! Το θέμα που μιλούσαμε όλο το βράδυ. Σκέψου το.
Η πρώτη επιλογή σου είναι μια full time δουλειά, μείωση
της ελευθερίας σου και του ελεύθερου σου χρόνου, γενικά δέσμευση σε κάτι που δε
γουστάρεις να δεσμευτείς. Και ο Ηλιόπουλος δε γουστάρει τη δεσμευση, αυτό είναι
όλη η πλοκή της ταινίας’
‘Και η δεύτερη;’
‘Θάνατος, κυριολεκτικός για αυτόν,
πνευματικός αργός πνευματικός θάνατος για σένα. Βλέπεις πως κατάντησαν όσοι δεν
έφυγαν να σπουδάσουν ή όσοι είναι άνεργοι σε τέτοιες επαρχιακές πόλεις. Τους
έχεις δει. Δε μοιάζουν ζόμπι; Άνθρωποι ξενέρωτοι, βαρετοί, κενοί που απο τα 30
τους περιμένουν να πεθάνουν; Χωρίς φιλοδοξίες, χωρίς προοπτικές; Όλοι ίδιοι
μεταξύ τους; Θα άντεχες να είσαι σαν αυτούς;’
Ο Πολύκαρπος σκέφτηκε για λίγο. Για
λίγο φάνηκε να χαμογελάει σαν να είχε σκεφτεί κάτι, αλλα αμέσως το πρόσωπο του
σκοτείνιασε.
‘Όχι δε θα άντεχα ούτε τη μια ούτε την
άλλη επιλογή. Αυτό είναι το πρόβλημα μας απο την αρχή. Αλλα δε καταλαβαίνω,
καταλήγει πουθενά αυτό; Δε μπορώ να φανταστώ πως μια κακή παρομοίωση με μια
ταινία 50 χρονών μπορεί να μου λύσει τα πραγματικά και σημερινά μου προβλήματα’
‘Ψαθάς είναι αυτός ρε φίλε ίσως να την
έχει τη λύση’
‘Κοφ το δούλεμα ρε μαλάκα. Συγγραφέας
είναι ο άνθρωπος όχι μάγος. Λύση δεν υπάρχει, όλη η συζήτηση γίνεται για να
διαλέξουμε ανάμεσα στη λιγότερο κακή λύση’
‘Όπως θες. Αλήθεια, ο Ηλιόπουλος τι
λύση βρήκε στην ταινία;’
Ο Πολύκαρπος μετακίνησε το βίντεο 10
λεπτά αργότερα σε μια παρόμοια σκηνή. Ο τύπος με το όπλο απειλεί πάλι τον Ηλιόπουλο.
‘Γαμπρός ή μακαρίτης;’
‘Γαμπρός, αρραβωνιάζομαι!’
Η έκφραση του Πολύκαρπου άρχισε να
αλλάζει. Με χέρια που έτρεμαν γύρισε το βίντεο πίσω :
‘Αρραβωνιάζομαι!’ είπε ο Ηλιόπουλος.
‘Αρραβωνιάζομαι!’ είπε ο Πολύκαρπος. ‘Το
βρήκα ρε μαλάκα, αυτό είναι! Τι μαλάκας είμαι που δε το είχα σκεφτεί μεχρι
τώρα.’
‘Τι βρήκες, αυτή είναι η λύση σου; Να
αρραβωνιαστείς; Σε τι μπορεί να βοηθη-‘
‘Όχι ρε μαλάκα!’ απάντησε. Ο τόνος της
φωνής του ανέβηκε απότομα και οι λέξεις μπερδευόταν η μια με την άλλη. Μιλούσε
γρήγορα σαν να φοβόταν οτι θα χάσει τη ροη τον σκέψεων του πριν τελειώσει.
‘Πρόσεχε να δεις : Όταν ο τύπος του
βάζει το πιστόλι στον κρόταφο ο Ηλιόπουλος αγχώνεται γιατί του βάζει ένα άμεσο
δίλλημα. Με το να απαντήσει ‘αρραβωνιάζομαι’ ο τύπος δε λύνει το πρόβλημα, ούτε
καν το αποφεύγει. Βρήκε όμως έναν τρόπο να το τρενάρει. Αποφεύγει και το
πιστόλι και το στεφάνι, περνάει καλά για καναδυο χρόνια με σεξ και απ όλα, και
μετά το ξανασυζητάμε το πράγμα. Ίσως κάποια στιγμή ο αρραβώνας να μη παει καλά,
ίσως να διαλυθεί, και ίσως να ξαναέχει προβλήματα με τον αδερφό και το πιστόλι
του. Αλλα με το να πεί ‘θα δεσμευτώ’ αντί να δεσμευτεί, βραχυπρόθεσμα είναι ευχαριστημένος,
δεν περιορίζεται και δεν αφήνει κανέναν άλλον δυσαρεστημένο. Ξαφνικά όλες οι
σχέσεις γύρισαν ανάποδα. Το τέλειο σχέδιο’
‘Ναί αλλα που κολλάει α-‘
‘Μη με διακόπτεις. Οπότε πως εφαρμόζουμε
τη γνώση που μας παρείχε ο Ψαθάς στη δικιά μου περίπτωση; Πως μπορεί ένας
απόφοιτος σχολής να τρενάρει για κάποιο χρονικό διάστημα τις δεσμεύσεις του
χωρίς να γκρινιάξει κανένας και χωρίς να σταματήσει να κάνει φοιτητική ζωή;
Νομίζω σου έχω δώσει ηδη αρκετά στοιχεία’
‘Ειλικρινά δεν έχω ιδ-‘
‘Μεταπτυχιακό!’